εύκερως

-ων (Α εὔκερως, -ων και ασυναίρ. εὐκέραος, -ον, μτγν. τ. εὐκεράως, -ων, ποιητ. τ. ἠΰκερος)
νεοελλ.
ζωολ. το θηλ. ως ουσ. η εύκερως
γένος υμενόπτερων εντόμων
αρχ.
αυτός που έχει ωραία κέρατα.
επίρρ...
εὐκεράως (Α)
με ωραία κέρατα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -κερως, (< κέρας), πρβλ. ά-κερως, μονό-κερως].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔκερως — εὔκερω̆ς , εὐκέραος with beautiful horns adverbial (attic) εὔκερω̆ς , εὐκέραος with beautiful horns masc/fem nom pl (attic) εὔκερω̆ς , εὐκέραος with beautiful horns masc/fem nom/voc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Никейские соборы — церковные соборы, бывшие в г. Никее, в Вифинии. Из них наиболее замечательны: 1) Н. первый вселенский собор (325), по поводу ереси Ария. Александрийский епископ Александр, в одной из бесед своих с клиром, сказал, что Св. Троица есть в троице… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • κέρας — Οστεοειδής έκφυση στο κεφάλι διαφόρων θηλαστικών. Βλ. λ. κέρατα.(Γεωλ.) Κομμάτι του στερεού φλοιού του εδάφους, το οποίο απέμεινε ως προεξοχή όταν τα γύρω κομμάτια καταβυθίστηκαν. Τυπικό παράδειγμα γεωλογικού κ. είναι ο Ακροκόρινθος. Αν μόνο μία… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.